χελιδονιδεύς Save χελιδονιδεύς, young swallow LSJ Pape χελῑδ-ονῐδεύς, έως, ὁ, young swallow, Eust. 753.56. χελιδονιδεύς, [λῑ], έως, ὁ, junge Schwalbe, Sp.