χρυσωρυχίτης
χρυσωρυχίτης, gold-extractor, alchemist
χρῡσωρῠχ-ίτης [ῑ], ου, ὁ,
- gold-extractor, alchemist, Ὧρος ὁ χ. Olymp.Alch. p.103 B.
χρυσωρυχίτης, gold-extractor, alchemist