χρώς
χρώς, χρώς, ὁ, flesh, skin (noun)
- I of the human body, skin or flesh, οὔ σφι λίθος χρὼς οὐδὲ σίδηρος Il. 4.510; καὶ γάρ θην τούτῳ τρωτὸς χρώς 21.568; χρῶτʼ ἀπονιψαμένη Od. 18.172; ἀκρότατον δʼ ἄρʼ ὀϊστὸς ἐπέγραψε χρόα Il. 4.139; ταμέειν χρόα νηλέϊ χαλκῷ 13.501; λιλαιοένη χροὸς ἆσαι, of a spear, 21.168; κακὰ χροῒ εἵματʼ ἔχοντα Od. 14.506; χρῷ πῦρ ὐπαδεδρόμακεν Sapph. 2.10; μύροις χρῶτα λιπαίνων Anaxil. 18.1 (anap.): esp. flesh, opp. bone, φθινύθει δʼ ἀμφʼ ὀστεόφι χρώς Od. 16.145; οὐδέ τί οἱ χρὼς σήπεται Il. 24.414, cf. 19.33 (which usage is said by Gal. to have been Ionic, 18(2).435, with reference to Hp. Fract. 9); τὸ δέρμα τοῦ χρωτός LXX Le. 13.11, etc.; τοῦ χρωτὸς ἥδιστον ἀπέπνει Aristox. Fr.Hist. 84: generally, oneʼs body, frame, Pi. P. 1.55, A. Fr. 192.6 (anap.); χριμφθῆναι χροΐ Id. Supp. 790 (lyr.); στεῖλαί νυν ἀμφὶ χρωτὶ . . πέπλους E. Ba. 821, cf. S. Tr. 605: pl., διὰ τί . . οἱ χρῶτες ὄζουσι; Arist. Pr. 877b21; also κατεδήσαντο . . τοὺς ὑγιεῖς χρῶτας, ὡς τραυματίαι D.H. 9.50.
- 2 ἐν χροΐ, or ἐν χρῷ, close to the skin, ἐν χροῒ κείρειν to shave close, Hdt. 4.175; ἐν χρῷ κεκαρμένοι X. HG 1.7.8; ἐν χρῷ κουριῶντας Pherecr. 30:—metaph., to the quick, ξυρεῖ γὰρ ἐν χρῷ τοῦτο S. Aj. 786; ἐν χρῷ παραπλεῖν sail past so as to shave or graze, Th. 2.84; τὴν μάχην συνάψαι ἐν χρῷ to fight at close quarters, Plu. Thes. 27; ἡ ἐν χρῷ συνουσία close acquaintance, Luc. Ind. 3: c. gen., ἐν χρῷ τινος close to, hard by a person or thing, τοῦ θώρακος (v.l. σώματος) Plu. Alex. fort. 2.345a; τῆς γῆς Fac.lun. ib. 925b, Luc. Herm. 5: abs., ἐν χρῷ near at hand, Id. Hist.Conscr. 24, al.; cf. EM 313.53, Hsch.
- II the colour of the skin, complexion, μελαίνετο δὲ χρόα καλόν Il. 5.354; τρέπεται χ. his colour changes, i. e. he turns pale, 13.279, cf. 17.733; ὠχρήσαντα χρόα Od. 11.529; χρόα . . ἀμείβειν Parm. 8.41; μεθίστη χρωτὸς . . φύσιν E. Alc. 174; μεταλλακτῆρα πουλύπουν χροός Ion Trag. 36; τί χρὼς τέτραπται; (paratrag.) Ar. Lys. 127; φεῦγε δʼ ἀπὸ χρώς Theocr. 23.13; rare in Att. Prose, ἐπὶ τῷ χρωτὶ μέγα φρονεῖν X. Smp. 4.54, cf. Oec. 10.5: in Ion. Prose, of the colour of a finger, χροῒ δῆλα Pherecyd.Syr. ap. D.L. 1.118 (v.l. χρωΐ, cf. Vorsokr. 5i.44).
- 2 generally, colour, ἀμείβων χρῶτα πορφυρᾷ βαφῇ A. Pers. 317; τὸν χρῶτα [μεταβάλλει] ὁ χαμαιλέων Arist. Mir. 832b14; χρὼς αἵματος Orph. L. 660.
1. huid:
2. (huids)kleur:
die Oberfläche eines Körpers, bes. des menschlichen Leibes, dah. die Haut ; der Leib selbst ; οὔ σφι λίθος χρώς, οὐδὲ σίδηρος Il. 4.510 ; καὶ γάρ θην τούτῳ τρωτὸς χρώς 21.563 ; τῶν δὲ τράπετο χρώς, die Haut wandte, änderte, entfärbte sich, 17.733, vgl. 13.279 ; aber αἰεὶ τῷδʼ ἔσται χρὼς ἔμπεδος, 19.33, von dem toten Patroklus, dessen Leib Thetis gegen Verwesung zu sichern verspricht ; vgl. οὐδέ τί οἱ χρὼς σήπεται 24.414 ; φθινύθει δʼ ἀμφʼ ὀστεόφι χρώς Od. 16.145 ; χρῶτʼ ἀπονιψαμένη 18.172 ; παιδὸς ἀπὸ χροὸς ἤρκεσʼ ὄλεθρον Il. 15.534 ; ἐγχείη ἱεμένη χροὸς ἄμεναι, ἆσαι, 21.70, 168 ; ἀκρότατον δʼ ἄρʼ ὀϊστὸς ἐπέγραψε χρόα 4.139 ; ἵεντʼ ἀλλήλων ταμέειν χρόα νηλέϊ χαλκῷ 13.501, u. öfter so von Verwundungen ; häufig auch περὶ χροῒ ἕννυσθαι, δύνειν, um die Haut od. den Leib anziehen, κακὰ χροῒ εἵματʼ ἔχοντα Od. 14.506 ; auch im Ggstz der Knochen, die Haut und das darunterliegende Fleisch, Od. 16.145, s. oben ; u. so bes. bei den Ioniern, Hippocr. – Χρῶτα λάμπει Pind. I. 3.41, χροῒ θερμῷ N. 8.28. – Haut und deren Farbe, Aesch. ἀμείβων χρῶτα πορφυρέᾳ βαφῇ Pers. 309 ; ὅπως μηδεὶς κείνου πάροιθεν ἀμφιδύσεται χροΐ Soph. Trach. 602 ; ἱδρὼς ἀνῄει χρωτί 764 ; ἵνα διασπάσωμαι καὶ καθαιμάξω χρόα Eur. Hec. 1126 ; ῥῖπτε ἀπὸ χροὸς ἱεροὺς στολμούς Troad. 257, und öfter ; στεῖλαί νυν ἀμφὶ χρωτὶ πέπλους Bacch. 819, u. auch in dieser Form öfter ; τί χρὼς τέτραπται Ar. Lys. 127 ; den plur. χρῶτας hat Dion.Hal. – sprichwörtlich ἐν χρῷ, dicht an der Haut, wie κείρειν od. ξυρεῖν ἐν χροΐ, Her. 4.175, das Haar dicht an der Haut kahl scheren, Xen. Hell. 1.7.8 ; ξυρεῖ ἐν χρῷ, es brennt auf der Haut, tut sehr weh, Soph. Aj. 773 ; ἐν χρῷ παραπλέοντες, ganz in der Nähe, Thuc. 2.84 ; ἐν χρῷ μάχεσθαι, Mann an Mann kämpfen, ἐν χρῷ συνάπτειν μάχην Plut. Thes. 27 ; übh. ἐν χρῷ τινος, in der unmittelbaren Nähe wovon, dicht dabei, hart daran, vgl. C. F. Hermann Luc. conscr. hist. 24 p. 158 ; Jacobs Ach.Tat. p. 675 ; ἡ ἐν χρῷ συνουσία, vertrauter Umgang, enge Bekanntschaft, Luc. adv.Ind. 3, u. in ähnlichen Vrbdgn öfters bei Sp. – Die Farbe der Haut od. des Leibes, wie das hom. χρὼς τρέπεται, die Gesichtsfarbe ändert sich, von Solchen, die plötzlich blaß werden, Il. 13.279, 284, 17.733, Od. 11.529, 21.413 ; – übh. die Farbe.
ὁ.
Genit. χρωτός Il. 10.575. χροός Il. 4.130, Il. 5.337, Il. 11.398, Il. 13.440, etc. : Od. 6.220.
Dat. χροΐ Il. 7.207, Il. 8.43, Il. 12.464, Il. 13.241, etc. : Od. 4.750, Od. 6.61, Od. 11.191, Od. 15.60, etc.
Acc. χρῶτα Od. 18.172, 179. χρόα Il. 4.139, Il. 5.354, Il. 11.352, Il. 13.553, etc. : Od. 2.376, Od. 4.749, Od. 5.455, Od. 6.224, etc.
- 1
The flesh of the body : ἀκρότατον ὀϊστὸς ἐπέγραψε χρόα Il. 4.139, οὔ σφι λίθος χρώς
[ἐστιν] 510, οὔ πῃ χρὼς (v.l. χροὸς) εἴσατο Il. 13.191 (see εἴδω II.1, ἵημι2 5). Cf. Il. 5.337, Il. 8.298, Il. 11.437, Il. 12.427, Il. 13.574, etc. : Od. 5.455, Od. 13.398, 430, Od. 16.145, Od. 19.204.
- 2
One’s flesh, body, person : χρυσὸν ἔδυνε περὶ χροΐ Il. 8.43, ἀπὸ χροὸς λύματα κάθηρεν Il. 14.170. Cf. Il. 4.130, Il. 10.575, Il. 11.398, Il. 13.640, Il. 17.210, etc. : ὡς ἂν μὴ χρόʼ ἰάπτῃ Od. 2.376. Cf. Od. 4.750, Od. 6.129, Od. 11.191, Od. 16.182, Od. 19.232, etc.
- 3
In reference to the outward appearance or hue of the flesh, i.e. to the complexion : μελαίνετο χρόα Il. 5.354. Cf. Il. 13.279, 284, Il. 17.733 : Od. 11.529, Od. 21.412.
- 1
- a colour (of the body) “ὦ τέκνον, ποντίου θηρὸς πετραίου χρωτὶ μάλιστα νόον προσφέρων” (i. e. the sea anemone, that matches its colour to the rocks) fr. 43. 2.
- b body ἀσθενεῖ μὲν χρωτὶ βαίνων (sc. Φιλοκτήτας) P. 1.55 ἦ μὰν ἀνόμοιά γε δᾴοισιν ἐν θερμῷ χροὶ ἕλκεα ῥῆξαν N. 8.28 met., ἀλλʼ ἀνεγειρομένα χρῶτα λάμπει (sc. φάμα παλαιά) I. 4.23
Strong 5559
in cl. rare in prose, the surface of the body, skin: Ac 19:12.†
- Ilike χρόα (χροιά) , the surface of the body, the skin, Hom.: also the flesh, opp. to the bone, Hom.:—generally, the body, frame, Pind., Trag.
- 2ἐν χροΐ, Attic ἐν χρῷ, close to the skin, ἐν χροΐ κείρειν to shave close, Hdt.; ἐν χρῷ κεκαρμένος Xen.:—metaph., ξυρεῖ γὰρ ἐν χρῷ τοῦτο it touches one nearly, comes home, Soph.; ἐν χρῷ παραπλέειν to sail past so as to shave or graze, Lat. radere, Thuc.:—absol., ἐν χρῷ (also written ἐγχρῷ or ἐγχρῶ) , near at hand, hard by, Luc.
- IIthe colour of the skin, complexion, Hom., Eur.
- 2generally, colour, Aesch.
-
…υἱὸν μυῖαι καδδῦσαι κατὰ χαλκοτύπους ὠτειλὰς εὐλὰς ἐγγείνωνται, ἀεικίσσωσι δὲ νεκρόν, ἐκ δʼ αἰὼν πέφαται, κατὰ δὲ χρόα πάντα σαπήῃ. τὸν δʼ ἠμείβετʼ ἔπειτα θεὰ Θέτις ἀργυρόπεζα · τέκνον μή τοι ταῦτα μετὰ φρεσὶ σῇσι μελόντων .…
Homer, Iliad
-
…χθόνα πότνια Δηὼ στρωφᾶτʼ αἰθομένας δαΐδας μετὰ χερσὶν ἔχουσα, οὐδέ ποτʼ ἀμβροσίης καὶ νέκταρος ἡδυπότοιο πάσσατʼ ἀκηχεμένη, οὐδὲ χρόα βάλλετο λουτροῖς. ἀλλʼ ὅτε δὴ δεκάτη οἱ ἐπήλυθε φαινολὶς ἠώς, ἤντετό οἱ Ἑκάτη, σέλας ἐν χείρεσσιν ἔχουσα…
NA, Homeric Hymns
-
…οὐ γὰρ ἐπὶ ψευδέσσι πατὴρ Ζεὺς ἔσσετʼ ἀρωγός, ἀλλʼ οἵ περ πρότεροι ὑπὲρ ὅρκια δηλήσαντο τῶν ἤτοι αὐτῶν τέρενα χρόα γῦπες ἔδονται, ἡμεῖς αὖτʼ ἀλόχους τε φίλας καὶ νήπια τέκνα ἄξομεν ἐν νήεσσιν, ἐπὴν πτολίεθρον ἕλωμεν. οὕς…
Homer, Iliad
-
…μᾶλλον ἐέλδεται ἐξ ἔρον εἷναι ἢ πολέμου · Τρῶες δὲ μάχης ἀκόρητοι ἔασιν. ὣς εἰπὼν τὰ μὲν ἔντεʼ ἀπὸ χροὸς αἱματόεντα συλήσας ἑτάροισι δίδου Μενέλαος ἀμύμων, αὐτὸς δʼ αὖτʼ ἐξ αὖτις ἰὼν προμάχοισιν ἐμίχθη. ἔνθά οἱ υἱὸς ἐπᾶλτο…
Homer, Iliad
-
…ἅπαντα. ὣς ἄρα μιν εἰπόντα τέλος θανάτοιο κάλυψεν ὀφθαλμοὺς ῥῖνάς θʼ · ὃ δὲ λὰξ ἐν στήθεσι βαίνων ἐκ χροὸς ἕλκε δόρυ, προτὶ δὲ φρένες αὐτῷ ἕποντο · τοῖο δʼ ἅμα ψυχήν τε καὶ ἔγχεος ἐξέρυσʼ αἰχμήν. Μυρμιδόνες…
Homer, Iliad
-
…μένοντες · ὁ δʼ ἐς πόλιν ἦγεν ἄνακτα πτωχῷ λευγαλέῳ ἐναλίγκιον ἠδὲ γέροντι, σκηπτόμενον · τὰ δὲ λυγρὰ περὶ χροῒ εἵματα ἕστο. ἀλλʼ ὅτε δὴ στείχοντες ὁδὸν κάτα παιπαλόεσσαν ἄστεος ἐγγὺς ἔσαν καὶ ἐπὶ κρήνην ἀφίκοντο τυκτὴν καλλίροον ,…
Homer, Odyssey
-
…προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς · δαιμονίη, τί μοι ὧδʼ ἐπέχεις κεκοτηότι θυμῷ ; ἦ ὅτι δὴ ῥυπόω, κακὰ δὲ χροῒ εἵματα εἷμαι, πτωχεύω δʼ ἀνὰ δῆμον ; ἀναγκαίη γὰρ ἐπείγει. τοιοῦτοι πτωχοὶ καὶ ἀλήμονες ἄνδρες ἔασι καὶ γὰρ…
Homer, Odyssey
-
…κέν τις χλαῖναν ἐνὶ σταθμοῖσι συφορβῶν, ἀμφότερον, φιλότητι καὶ αἰδοῖ φωτὸς ἑῆος · νῦν δέ μʼ ἀτιμάζουσι κακὰ χροῒ εἵματʼ ἔχοντα. τὸν δʼ ἀπαμειβόμενος προσέφης, Εὔμαιε συβῶτα · ὦ γέρον, αἶνος μέν τοι ἀμύμων, ὃν…
Homer, Odyssey
-
…αἵ ῥά τε φῶτας ἀρηϊφάτους κατέδουσιν · ἤν περ γὰρ κεῖταί γε τελεσφόρον εἰς ἐνιαυτόν, αἰεὶ τῷ γʼ ἔσται χρὼς ἔμπεδος, ἢ καὶ ἀρείων. ἀλλὰ σύ γʼ εἰς ἀγορὴν καλέσας ἥρωας Ἀχαιοὺς μῆνιν ἀποειπὼν Ἀγαμέμνονι ποιμένι λαῶν αἶψα…
Homer, Iliad
-
…τε ζάθεόν τε καί τε περὶ κρήνην ἰοειδέα πόσσʼ ἁπαλοῖσιν ὀρχεῦνται καὶ βωμὸν ἐρισθενέος Κρονίωνος. καί τε λοεσσάμεναι τέρενα χρόα Περμησσοῖο ἢ Ἵππου κρήνης ἢ Ὀλμειοῦ ζαθέοιο ἀκροτάτῳ Ἑλικῶνι χοροὺς ἐνεποιήσαντο καλούς, ἱμερόεντας · ἐπερρώσαντο δὲ ποσσίν. ἔνθεν…
Hesiod, Theogony