χρυσόθριξ
χρυσόθριξ, golden-veined
χρῡσό-θριξ, τρῐχος, ὁ, ἡ,
- golden-veined, λᾶε Orph. L. 292.
χρυσό·θριξ, -τριχος (ὁ, ἡ) [ῐχ] aux cheveux d’or, Orph. Lith. 288.
Étym. χρ. θρίξ.
χρυσόθριξ, [ῡ], τριχος, goldhaarig, Sp.