χρυσοκάνθαρος
χρυσοκάνθαρος, chafer
χρῡσο-κάνθᾰρος, ὁ,
- chafer (cf. χρυσομηλολόνθιον), Sch. Ar. Nu. 761; -κάνθαροι, = Lat. bulli (dub. sens.), Gloss.; also χρῡσο-κανθαρίς, Jo.Sic. in AB 1432.
χρυσοκάνθαρος, [ῡ], ὁ, der Goldkäfer, Sp.