ἀερσιπέτης
ἀερσι-πέτης, ες, (πέτομαι)
- = ἀερσιπότης, Q.S. 3.211.
volador Stesich.l.c.,
οἰωνοί
ἀερσι·πέτης, ου (ὁ) [ῐ] c. ἀερσιπότης, Q. Sm. 3, 211.
volador Stesich.l.c.,
οἰωνοί