ἀγάσταχυς Save DGE Bailly 2024 ἀγάσταχυς muy rico en trigo γαῖα Gr.Naz.M.37.1509. ἀγά·σταχυς, υς, υ [ᾰγ] aux épis abondants, Naz. 2, 112. Étym. ἀγα-, στάχυς.