ἀγάφθεγκτος
ἀγάφθεγκτος, loud-sounding
ἀγάφθεγκτος, ον, (φθέγγομαι)
- loud-sounding, ἀοιδαί Pi. O. 6.91.
de poderosa voz
ἀοιδαί
ἀγά·φθεγκτος, ος, ον [ᾰγ] retentissant, Pd. O. 6, 91.
Étym. ἀγα-, φθέγγομαι.
ἀγάφθεγκτος, ἀοιδή, Pind. Ol. 6.91, stark tönender Sang.
ἀ˘γάφθεγκτος, -ον
- 1loudly sounding ἀγαφθέγκτων ἀοιδᾶν O. 6.91