ἀγαυρίαμα
ἀγαυρίαμα, insolence
ἀγαυρ-ίᾱμα, τό,
- insolence, LXX Ba. 4.34, Hsch., AB 325.
ufanía, insolencia
τὸ ἀγαυρίαμα αὐτῆς ἔσται εἰς πένθος
ἀγαυρίαμα, ατος (τὸ) [ᾰγᾱμ] insolence, Spt. Bar. 4, 34.
Étym. ἀγαυρός.
ἀγαυρίαμα, [ιᾱ], τό, Stolz, B.A. 325.