Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀγελαιοκόμος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ἀγδηνῖτις
Ἄγδιστις
ἄγδυς
ἄγε
ἆγε
Ἄγεhος
Ἀγεάναξ
Ἀγέας
ἀγέγωνος
ἄγεθλον
ἄγει
ἄγειμα
ἄγειος
ἀγείπτεται
ἀγείρατον
ἀγείρατος
ἀγείρω
ἀγεισσώτου
ἀγείσωτος
ἀγείτης
ἁγείτης
ἀγειτόνευτος
ἀγείτων
ἀγέλα
Ἀγελάα
Ἀγελάδας
ἀγελαδόν
ἀγελάζομαι
ἀγελαιοκομική
ἀγελαιοκομικός
ἀγελαιοκόμος
ἀγελαιονομική
ἀγελαῖος
ἀγέλαιος
ἀγελαιοτροφία
ἀγελαιοτροφική
ἀγελαιοτροφικός
ἀγελαιοτρόφος
ἀγελαιών
Ἀγελάνωρ
ἀγέλαοι
ἀγελάοι
Ἀγέλαος
ἀγελαρχέω
ἀγελάρχης
ἀγελαρχία
Ἀγελαρχίδης
ἀγελαρχικός
ἀγέλαρχος
ἀγελάς
Ἀγέλας
ἀγελάσκον
ἀγέλασμα
ἀγελαστεί
ἀγελαστέω
ἀγελαστής
ἀγελαστί
ἀγελαστικός
ἀγέλαστος
ἀγελαστοῦ
ἀγελάτης
…
ἀγελαιοκόμος
Save
DGE
ἀγελαιοκόμος
-ου, ὁ
pastor
espiritual, Pall.
V.Chrys
.4.77.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}