ἀγελητρόφος Save ἀγελητρόφος, horse-keeper LSJ DGE ἀγελ-ητρόφος, ὁ, horse-keeper, Poll. 1.181 (v.l. ἀγελο-τρόφος). ἀγελητρόφος -ου, ὁ potrero Poll.1.181.