ἀγελοκομική Save DGE Pape ἀγελοκομική -ῆς, ἡ (sc. τέχνη) pastoreo Clem.Al.Strom.1.7.37, cf. ἀγελαιοκομικός. ἀγελοκομική, s. ἀγελαιοκομική.