ἀγέλαρχος Save DGE Bailly 2024 ἀγέλαρχος -ον jefe de la manada ταῦρος Porph.ad Il.47.2. ἀγέλ·αρχος, ου (ὁ) [ᾰγ] c. ἀγελάρχης, Phil. 2, 144.