ἀδιάλειπτος
ἀδιάλειπτος, unintermitting, incessant
- unintermitting, incessant, Ti.Locr. 98e, Ep.Rom. 9.2, Hierocl. p.19.55A., Plu. Cons.Apoll. 2.121e, M.Ant. 6.15. Adv. -τως Metrod. Herc. 831.8, Polem.Hist. 30, Plb. 9.3.8, Posidon. 25, LXX 1 Ma. 12.11, Ep.Rom. 1.9, PLond. 3.1166.6 (i A.D.).
I
1 que no cesa, incesante, constante
ἀλλοίωσις
ὀδύνη
κίνησις
στεφανῶσαι θαλλοῦ στεφάνωι ἐφ' ᾗ ἔσχηκεν πρὸς τὴν σύνοδον ἀδιαλείπτῳ φιλοτιμίᾳ
ἀ. εὐφημία
ἀδιάλειπτον εἶναι τῷ ζῴῳ τὴν ἑαυτοῦ συναίσθησιν ἐπελθεῖν
ἡ τοῦ χρόνου ἀ. φορά
πυρετός ... ἀπ' ἀρχῆς ἄχρι τέλους ἀδιάλεπτος (sic)
• en uso adverb.
τὰ κακὰ ἀδιάλειπτον ἔχει
2 que no falta
ἀδιάλειπτον ἔχειν τὸ ὕδωρ
• que no carece de nada
ἵνα ἀ. γένηται ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ
para que no le falte nada en su vida
3 sin merma, sin pérdidas
μεταπαραδιδόναι τῷ μεθ' ἑαυτὸν ἱερεῖ ζωφυτοῦν καὶ ἀδιάλιπτον τὸ ἄλσος
II adv. -ως incesantemente, ininterrumpidamente Metrod.Herc.831.8, Polem.Hist.30, Posidon.67, LXX 1Ma.12.11, Ep.Rom.1.9, PLond.1166.6 (I d.C.), Aristeas 92, Corn.ND 1,
νικᾶν ταῖς μάχαις ἀ.
λε[ι]τουργήσαντι ἀ.
ἀ. θέντα τὸ ἔλαιον ἡμέρας τε καὶ νυκτός
τὸ] χωρίον ποτίσαι ἀ. χειμῶνι τε καὶ θέρει
παραμεῖναι
εἰ δὲ θέλεις ἀ. ἔχειν ῥόδα
• Adv. -πτως , Scholl. Homer., Plut.
- unintermitting, incessant, NTest.; adv. -τως, Polyb., NTest.