ἀδιάγλυφος
ἀδιάγλυφος, not hollowed out
ἀδιά-γλυφος, ον,
- not hollowed out, ὦτα Adam. 2.29.
no tallado o formado
(ὦτα)
ἀ·διάγλυφος, ος, ον, non creux, non percé, Polém. 240.
Étym. ἀ, διαγλύφω.