ἀδιάκλειστος
ἀδιάκλειστος, not shut off
ἀδιά-κλειστος, ον,
- not shut off, τοῦ οὐρανοῦ τὸ -τον J. BJ 5.5.4.
no cerrado subst.
τοῦ οὐρανοῦ τὸ ἀ.
ἀ·διάκλειστος, ος, ον, non intercepté, Jos. B.J. 5, 5, 4.
Étym. ἀ, διακλείω.
ἀδιάκλειστος, unverschlossen, Jos.