ἀδιεξόδευτος
ἀδιεξόδευτος, having no outlet
ἀδι-εξόδευτος, ον,
- having no outlet, λαβύρινθος Eust. 1688.37, cf. Sch. E. Or. 25.
1 que no tiene salida
λαβύρινθος
ἡ ἀ. αὐτοῦ (θανάτου) φρουρά
• subst. τὸ ἀ. encerrona, trampa
τοῦ ψεύδος
2 ilimitado, infinito
ἀριθμός
λόγοι
3 que no puede escapar
λόγοι ἀδιεξόδευτοι κατεχόμενοι
ἀδιεξόδευτος, ohne Ausgang, Sp.