ἀδικαιοδότητος
ἀδικαιοδότητος, where no justice can be got
ἀδῐκαιοδότητος, ον,
- where no justice can be got, Σικελία D.S. 39.20.
donde no hay justicia
Σικελία
ἀ·δικαιοδότητος, ος, ον [ῐ] où l’on ne peut obtenir justice, DS. Exc. 616.
Étym. ἀ, δικαιοδοτέω.
ἀδικαιοδότητος, Σικελία, ohne Rechtsverwaltung, Diod. exc. 37.