ἀδιεξέργαστος
ἀδιεξέργαστος, not wrought out
ἀδι-εξέργαστος, ον,
- not wrought out, τόπος Isoc. 5.109.
no bien trabajado
τόπος
ἀ·διεξέργαστος, ος, ον, qu’on ne peut parvenir à débrouiller, Isocr. 104 c.
Étym. ἀ, διεξεργάζομαι.
ἀδιεξέργαστος, παντάπασι τόπος, Isocr. 5.109, ein ganz unbearbeiteter (schwieriger) Punkt. Vor Bekker ἀδιέργαστος.