ἀείρυτος
ἀείρυτος, ever-flowing
ἀεί-ρῠτος, ον,
- ever-flowing, κρήνη S. OC 469.
que fluye siempre
κρήνη
• fig.
χρόνος
ἀεί·ρυτος, ος, ον [ῠ] qui coule toujours, Soph. O.C. 470.
Étym. ἀ. ῥέω.
ἀείρυτος, κρήνη, stets fließend, Soph. O.C. 470.
ἀείρυτος
- ever-flowing, κρήνη Soph.