ἀελλάς
ἀελλάς, άδος, ἡ,
- = ἀελλαῖος, storm-swift, ἵπποι S. OT 466 (lyr.); φωναί Id. Fr. 688.
veloz como el huracán
ἵππος
φωναί
ἀελλάς, άδος, c. le préc. Soph. O.R. 466.
ἀελλάς
= ἀελλαῖος, ἵπποι Soph.