ἀελλοπόδης
de pies como el viento, veloz
θυγατέρες λυκάβαντος ἀελλοπόδοιο τοκῆος
ἀελλο·πόδης, ου, adj. m. c. les suiv. Opp. C. 1, 413 ; 3, 184 ; Q. Sm. 10, 89.
ἀελλοπόδης, sturmfüßig, Opp. C. 1.413 ; Qu.Sm. 10.89.
de pies como el viento, veloz
θυγατέρες λυκάβαντος ἀελλοπόδοιο τοκῆος