ἀκασκαῖος
ἀκασκαῖος, gentle
ἀκασκαῖος, α, ον, (ἀκή B)
- gentle, ἄγαλμα πλούτου A. Ag. 741 (lyr.).
suave, delicado
ἄγαλμα πλούτου
ἀκασκαῖος, α, ον, doux, paisible, Eschl. Ag. 741.
Étym. ἀκασκᾶ.
ἀκασκαῖος
*ἀκή ΙΙ
- gentle, Aesch.