ἀκαταδούλωτος
ἀκαταδούλωτος, not enslaved
ἀκατα-δούλωτος, ον,
- not enslaved, Sch. E. Hec. 420, 754.
no esclavizado Sch.E.Hec.420D., 754D.
ἀκαταδούλωτος, nicht unterjocht, Sp.
ἀκαταδούλωτος, not enslaved
no esclavizado Sch.E.Hec.420D., 754D.