ἀκαχείατο Save Bailly 2024 Autenrieth Homer ἀκαχείατο, ἀκαχήμενος, v. *ἄχω. ἀκαχείατο , ἀκαχεῖν, ἀκαχήσω, ἀκαχημένος: see ἀκαχίζω.