ἀκαυστηρίαστος
no marcado con hierro
ἵπποι
ἀ·καυστηρίαστος ou ἀ·καυτηρίαστος, ος, ον, non marqué au fer rouge, Str. 215.
Étym. ἀ, καυστηριάζω ou καυτηριάζω.
ἀκαυστηρίαστος, nicht mit eingebrannten Zeichen, von Pferden, Strab.
no marcado con hierro
ἵπποι