ἄκαυτος Save LSJ DGE Bailly 2024 ἄκαυτ-ος, ον, = ἄκαυστος, Gal. 12.212. ἄκαυτος -ον no quemado Gal.12.212, Hsch.s.u. ἄθαπτος. ἄ·καυτος, ος, ον, c. ἄκαυστος, Gal. 13, 260.