ἀκλειής Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape Middle Liddell ἀκλειής, ές, Ep. for ἀκλεής. ἀκλειής v. ἀκλεής. ἀκλειής, v. ἀκλεής. ἀκλειής, ep. auch ἀκλεής, Ap.Rh. 3.932. ἀκλειής Epic for ἀκλεής.