ἄκλῃστος
ἄκλῃστος, v. sub ἄκλειστος.
no cerrado con llave o cerrojo
θύρας ἔχων ἀκλῄστους
δώματα
δόμος ἀκλήιστος Λυκοόργου
• no cerrado (con una cadena)
ἀφύλακτος καὶ ἄκλῃστος λιμήν
• fig.
στόμα
ἄκλῃστος, v. ἄκλειστος.
ἄκλῃστος, att. für ἄκλειστος, Eur. Andr. 583, Iph.A. 329 ; Thuc. 2.93.