ἀλακάτα Save LSJ DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ἀλακάτα, ἡ, Dor. for ἠλακάτη:— Dim. ἀλακάτιον, τό, POxy. 1740.8 (iii/iv A.D.). ἀλακάτα v. ἠλακάτη. ἀλακάτα, v. ἠλακάτη. ἀλακάτᾱ Dor. voor ἠλακάτη. ἀλακάτα, dor. für ἠλακάτη.