About Report a problem

Menu

ἀλειτούργητος

ἀλειτούργητος, free from liturgies

ἀλειτ-ούργητος, ον,
  • free from λειτουργίαι, ἀ. πασᾶν τᾶν λειτουργιᾶν Decr. Byz. ap. D. 18.91; πάσης ὑπουργίας Megasth. ap. D.S. 2.40, cf. Din. Fr. 89.5, IG 2(2).682.17, POxy. 62 v (iii A. D.); ἀ. καὶ ἀνεπίσταθμος IG 7.2413 (Thebes): metaph., ἡ θεία φύσις ἀ. διατηρείσθω Epicur. Ep. 2 p.42 U.

Saved

Recent