ἀλειτεία Save LSJ DGE Pape ἀλειτεία, ἡ, = ἀλίτημα, Suid. ἀλειτεία -ας, ἡ • Alolema: ἀλιτεία Et.Gud.; ἀλειτία Zonar. impiedad, pecado Sud., ll.cc. ἀλειτεία, ἡ, Vergehen, Suid.