About Report a problem

Menu

ἀλλοκίνητος

ἀλλοκίνητος -ον

fil. movido por otro op. αὐτοκίνητος: (ψυχή) οὐκ ἄζων οὐδὲ ἀλλοκίνητον μόνον Procl.in Ti.1.12.22.

Saved

Recent