ἀλλοκοτία
ἀλλοκοτία, absurdity
ἀλλο-κοτία, ἡ,
- absurdity, Simp. in Ph. 1142.31, in Epict. p.72 D.
cosa absurda, el absurdo
ἡ τῶν λόγων τούτων ἐστὶν ἀλλοκοτία
ἡ περὶ τοῦτο ἀλλοκοτία
de la astrología