ἀλλοιωτικός
ἀλλοιωτικός, transformative
- transformative, Arist. Sens. 441b21, Ph. 257a24; δύναμις, of digestion, Gal. UP 4.7; alterative, φάρμακον ὅτι περ ἂν ἀ. ᾖ τῆς φύσεως Id. 11.380.
1 fil. y cien. alterador, transformador, modificador
φύσις
πάθος ... τῆς γεύσεως τῆς κατὰ δύναμιν ἀλλοιωτικὸν εἰς ἐνέργειαν
afección ... que transforma el gusto de estar en potencia a en actoφάρμακον ... ὅ τί περ ἂν ἀ. ᾖ τῆς φύσεως
• esp. cualitativamente modificador, alterador
συνεδρεύει ... τοῖς ἀλλοιωτικοῖς πάθεσιν ἡ αὔξησις καὶ ἡ μείωσις
τὰς ἀλλοιωτικὰς τοῦ κινουμένου μεταβολάς, ἀλλ' οὐ τὰς μεταβατικάς
• subst. τὸ ἀλλοιωτικόν el agente modificador Arist.Ph.257a24.
2 medic. digestivo
(δύναμις)