ἀλλοιότης
ἀλλοιότης, difference, alteration
ἀλλοιό-της, ητος, ἡ,
- difference, alteration, Hp. Flat. 2, Pl. Ti. 82b.
variación, alteración
ἀλλοιότητας παμποικίλας
• c. gen.
ἀ. τῶν τόπων
ἀλλοιότης, ητος (ἡ) diversité, Plat. Tim. 82b ; plur. Hpc. 296, 19.
Étym. ἀλλοῖος.
ἀλλοιότης, ητος, ἡ, Verschiedenheit, Plat. Tim. 82b ; im plur. Hippocr.