ἀμβλυσμός Save LSJ DGE Bailly 2024 ἀμβλ-υσμός, ὁ, = ἀμβλωσμός, Pall. in Hp. 2.5D. ἀμβλυσμός -οῦ, ὁ aborto Pall.in Hp.2.5. ἀμβλυσμός, οῦ (ὁ) c. ἄμβλωσις, Arét. 64e. Étym. ἀμβλύνω.