ἀνάπωσις
ἀνάπωσις, a drinking up
ἀνάπωσις, εως, ἡ,
- a drinking up, Erot. s.v. ἄμπωτις (οἷον ἀ. τις οὖσα) s. v. l. Cf. ἀνάποσις.
ἀνάπωσις, ἡ (ἀναπίνω), das Austrinken, die Ebbe (ἀνάπωσις ὕδατος περιοδική) Gew.