ἀνάπτυχος Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape ἀνά-πτῠχος, ον, = ἀνάπτυκτος, Arist. HA 528a14. ἀνάπτυχος var. por ἀναπτυκτός q.u. ἀνάπτυχος, ος, ον [ῠ] c. ἀνάπτυκτος, Arstt. H.A. 4, 4, 4. ἀνάπτυχος, was sich öffnen läßt, Arist. H.A. 4.4.2.