ἀναπυτισμός Save LSJ Bailly 2024 ἀναπῡτ-ισμός, ὁ, Hero Aut. 4.3 (but see ἀναπιτυσμός). ἀναπυτισμός, οῦ (ὁ) [ῡ] jaillissement, Héron Aut. 247.