ἀνάτριμμα Save LSJ DGE ἀνάτριμμα, ατος, τό, = -τριψις, Aët. 8.63. ἀνάτριμμα -ματος, τό fricción, friega τοῦ θώρακος Aët.8.63 (p.517), cf. Cyran.3.45.