ἀνατροχάζω
ἀνατροχ-άζω,
- = ἀνατρέχω, κοχλιοειδῶς Ph.Byz. Mir. 1.4.
recorrer Ph.Byz.Mir.1.4.
ἀνα·τροχάζω ou ἀνα·τροχάω, c. ἀνατρέχω, Phil. paradox. VII mir. 1.
ἀνατροχάζω, Sp., für ἀνατρέχω.