ἀνήλωμα
ἀνήλ-ωμα, ατος, τό,
- = ἀνάλωμα, PTeb. 212 (ii B. C.), PHal. 15.7 (iii B. C.), BGU 1117.15 (i B. C.), IG 2.595, etc.
ἀνήλωμα, v. ἀνάλωμα.