ἀνηλεγής
ἀνηλεγής, unconcerned, reckless
ἀνηλεγής, ές,
- unconcerned, reckless, πόλεμος Q.S. 2.75: neut. in Hsch. Adv. -έως Q.S. 2.414.
1 que no tiene consideración, cruel
πόλεμος
ἀνηλεγές· ἀφρόντιστον
2 adv. -έως sin consideración, cruelmente
τίπτε σὺ Τρῶας ἀνηλεγέως ὀλέεσκες;
νίσσετ' ἀνηλεγέως
ἀν·ηλεγής, ής, ές, sans pitié, cruel, Q. Sm. 2, 75.
Étym. ἀν-, ἀλέγω.
ἀνηλεγής, ές (ἀλέγω), rücksichtslos, grausam, πόλεμος Qu. Srn. 2.75, u. oft
• adv. ἀνηλεγέως .
• adv. ἀνηλεγέως .