ἀναγέτρια Save LSJ DGE Pape ἀναγέτρια, ἡ, = μαῖα (Tarent.), Hsch.; cf. ἀγέτρια. ἀναγέτρια -ας, ἡ tarent. partera Hsch.α 4250. ἀναγέτρια, [ᾱγ], ἡ, = ἀναγετρίς.