ἀναγηρύομαι
ἀναγηρύομαι, cry aloud
ἀναγηρύομαι, Dep.,
- cry aloud, Ael. NA 5.34.
ἀνα·γηρύομαι, proclamer, El. N.A. 5, 34.
ἀναγηρύομαι, aufschreien, Ael. H.A. 5.34.
ἀναγηρύομαι, cry aloud