ἀναθόρνυμαι
ἀναθόρνῠμαι,
- = ἀναθρῴσκω, Ael. NA 1.30, 12.18:—act. form ἀναθορνύω in D.C. 63.28.
elevarse con ímpetu
ἡ δὲ ἰσχὺς τῆς τροφῆς ἐς τὴν κεφαλὴν διὰ τῶν φλεβῶν ἀναθόρνυται
ἀναθόρνυνται κοῦφα καὶ ἀλτικά
ψυχαὶ πᾶσαι ἅμα ἐπ' αὐτὸν ἀναθορνύουσι
ἀνα·θόρνυμαι, c. ἀναθρῴσκω, El. N.A. 1, 30 ; 12, 18.
ἀναθόρνυμαι, = ἀναθρῴσκω, Ael. H.A. 12.18.