ἀναθυμίαμα
ἀναθυμίαμα, result of exhalation
ἀναθυμί-αμα, ατος, τό,
- result of exhalation, Chrysipp.Stoic. 2.196, cj. in Zeno ib. 1.35.
exhalación
ἥλιον ... ἔξαμμα νοερὸν ἐκ τοῦ τῆς θαλάσσης ἀναθυμιάματος
ἀναθυμίαμα, [ῡμίᾱ], τό, aufsteigender Rauch, Rauchwerk, Weihrauch.