ἀναιδημόνως Save DGE Bailly 2024 ἀναιδημόνως adv. desvergonzadamente Gal.17(1).895. ἀναιδημόνως, adv. avec impudence, Gal. 9, 390. Étym. *ἀναιδήμων, de ἀναιδής.