ἀναιμορράγητος
ἀναιμορράγητος, without haemorrhage
ἀναιμορράγητος, ον,
- without haemorrhage, Antyll. ap. Orib. 45.24.15, Leonid. ap. Aët. 15.5.
ἀναιμορράγητος, without haemorrhage